Προτεινόμενα Άρθρα

Ένα απο τα εργαλεία μου στο Mental Training είναι η κάμερα. Έχεις σκεφτεί καμιά φορά τι ταινία καταγράφει αυτή η κάμερα με σενα και με όσους συναναστρέφεσαι; Ας βάλουμε μια κάμερα στην καθημερινότητα μας για να μας βοηθήσει να ξαναδούμε κάποια πράγματα που κάνουμε με τα παιδιά-αθλητές μας και ίσως δεν συνειδητοποιούμε τι αρνητική επιρροή έχουν ..
“Κερδίσαμε σήμερα στον αγώνα” [συζητώντας το αποτέλεσμα του παιχνιδιού με φίλους μας]
“Είσαι πολύ καλός, δεν γίνεται να σε αφήνει στον πάγκο.. θα πάω να μιλήσω στον προπονητή σου” [σχόλιο προς το παιδί-αθλητή μας]
“Για ποιο λόγο του μίλησες έτσι;” [απευθυνόμαστε ενοχλημένοι στον προπονητή του παιδιού μας]

Τα λόγια αυτά σου φέρνουν στο μυαλό την εικόνα κάποιου φίλου σου, κάποιου άλλου γονέα στην κερκίδα ή μήπως και τη δική σου; Όταν ο γονέας εμπλέκεται σε μεγάλο βαθμό στις εμπειρίες και δυσκολίες του παιδιού του λειτουργεί σαν “ελικόπτερο” [“helicopter parent”], φράση που πρωτοσυναντήσαμε στο βιβλίο του Dr Haim Ginott ‘Parent and Teenagers’. Αν έχεις ακούσει το παιδί να σου λέει τη χαρακτηριστική φράση οτι ‘είσαι συνεχώς πάνω απο το κεφάλι μου’, αυτό το άρθρο σε αφορά.

Όταν μιλά η φωνή του άγχους, του φόβου και της υπερπροστασίας είναι σαν να μην βλέπουμε τη διαχωριστική γραμμή που η συμπεριφορά μας ξεπερνά τα όρια και αντί να βοηθάμε το παιδί να εξελιχθεί επηρεάζουμε αρνητικά την προσωπική και αθλητική του πορεία. Προσπαθούμε να κάνουμε τα πάντα για το παιδί για να μην πονέσει, να μην στεναχωρηθεί, να μην αδικηθεί, να μην κάνει λάθη. Και όταν θα συμβεί κάτι απο αυτά όπως στην περίπτωση που εμείς πιστεύουμε οτι αδικήθηκε [δες ξανά το δεύτερο παράδειγμα στην αρχή του άρθρου] σπεύδουμε να το διορθώσουμε, να το αλλάξουμε. Ερμηνεύουμε πολλές φορές τη συμπεριφορά του ως άγχος αλλά στην ουσία είναι δική μας προβολή, το άγχος το έχουμε εμείς.

Κάνοντας συνεχώς χαμηλές πτήσεις πάνω απο τη ζωή του παιδιού μας είναι σαν να φοβόμαστε τα λάθη του, λειτουργούμε πριν απο το παιδί για το παιδί στερώντας του όμως τις ευκαιρίες για “επιτυχημένες ήττες”, ευκαιρίες να μάθει απο τα λάθη του και να εξελιχθεί και ως χαρακτήρας και ως αθλητής-πρωταθλητής. Και πιθανόν για σενα με το ελικόπτερο σου να αυξάνεται η ικανοποίηση ότι προσφέρεις το καλύτερο για το παιδί-αθλητή, για το παιδί-αθλητή όμως μειώνεται η αυτοπεποίθηση του, η αυτονομία του, η λήψη δικών του αποφάσεων, η πίστη στον εαυτό του και στις δυνατότητες του, η αίσθηση οτι μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς εσένα και αυξάνεται ο φόβος του λάθους/της αποτυχίας. Και αφού προσπαθούμε να είμαστε πανταχού παρόντες είναι μετά αντιφατικό το μήνυμα στο παιδί “γιατί δεν κάνεις κάτι μόνος σου”.

Πάρ’το αλλιώς

  • Αφήνουμε το παιδί-αθλητή να δει τον κόσμο με τα δικά του μάτια [και όχι τα δικά μας]
  • Δίνουμε τη δυνατότητα να μάθει απο τα λάθη γιατί έτσι χτίζει τις δεξιότητες ζωής [life skills] συνεπώς περιορίζεται ο φόβος του λάθους και αυξάνεται η αυτεκτίμηση του
  • Ακούμε πρώτα τη δική του γνώμη και το πώς νιώθει για κάτι που συνέβη στον αγώνα ή στην προπόνηση πριν βιαστούμε να πούμε τη δική μας άποψη. Για παράδειγμα, μπορεί η παραμονή του στον πάγκο να μην τον ενοχλεί αλλά η δυσαρέσκεια και η ενόχληση να είναι κυρίως δική μας οπότε χρειάζεται να φενάρουμε τις δικές μας αντιδράσεις
  • Μαθαίνουμε το παδί και του αφήνουμε χώρο να υπερασπίζεται τον εαυτό του χωρίς να γινόμαστε εμείς οι σωματοφύλακες του αλλιώς αν το κάνουμε εμείς του επιβεβαιώνουμε έμμεσα οτι δεν μπορεί να το κάνει μόνος του
  • Όσο για τις νίκες προτιμούμε να λέμε στου φίλους μας οτι “νίκησε” παρά “νικήσαμε”, ο πληθυντικός του ‘εμείς’ αφαιρεί την αίσθηση επίτευξης απο το παιδί-αθλητή καθώς τη μοιράζεται μαζί μας

Το παιδί-αθλητής έχει φωνή, δεν χρειάζεται τη δική μας. Η αποστολή του είναι να μάθει όσα περισσότερα μπορεί καθώς μεγαλώνει και εξελίσσεται. Η δική μας, εκτός των άλλων, να μάθουμε να χειριζόμαστε το άγχος και το φόβο μας.

Άρθρο μου για το coachbasketball, Νοέμβριος 2015

Ψυχολόγος Θεσσαλονίκη

Στο ταξιδιωτικό μου γραφείο [όπως ονομάζω τον θεραπευτικό μου χώρο] ακούω συχνά από τους ταξιδιώτες μου εκφράσεις του τύπου

“Θα έπρεπε να τα είχα καταφέρει να ελέγξω το υπερφαγικό μου, είμαι τραγική-τραγικός”

“Δεν μπόρεσα να ακολουθήσω κατά γράμμα το πρόγραμμα διατροφής, είμαι αποτυχημένος-αποτυχημένη”

«Δεν ήμουν τόσο καλός-καλή όσο περίμεναν οι άλλοι, τους απογοήτευσα.. θα έπρεπε να είχα προσπαθήσει περισσότερο» 

«Δεν ήταν αρκετό αυτό που έκανα.. Δεν ήμουν αρκετά […]»

Σου θυμίζουν κάτι; Μήπως και εσύ αφήνεις αυτές τις σκέψεις να γίνονται η καθημερινή σου παρέα, ιδίως σε στιγμές που είσαι μόνος-μόνη;

Το όνομα της παρέας αυτής .. τελειομανία !
Η τελειομανία εμφανίζεται με 3 διαφορετικές εκδοχές [Hewitt, 2000]

  • εσωτερικού προσανατολισμού = έχουμε υψηλές απαιτήσεις απο τον εαυτό μας – – συνδέεται με θλίψη, κατάθλιψη και νευρογενή ανορεξία
  • εξωτερικού προσανατολισμού = έχουμε υψηλές απαιτήσεις απο τους άλλους να είναι τέλειοι – – συνδέεται με μειωμένη ικανοποίηση απο σχέσεις [ερωτικές σχέσεις, γάμος, σεξ] και θυμό
  • κοινωνικού προσανατολισμού = έχουμε σκέψεις οτι οι οι άλλοι περιμένουν απο εμάς να είμαστε τέλειοι – – συνδέεται με άγχος, θλίψη, κατάθλιψη και διατροφικές διαταραχές

Άλλο η επιθυμία να είμαι πολύ καλός [mastery,excellence] και άλλο η τελειομανία [perfectionism]

Στην περίπτωση της επιθυμίας να είμαι πολύ καλός [mastery,excellence]  οι στόχοι είναι υψηλοί αλλά ρεαλιστικοί και νιώθουμε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας στο τέλος της προσπάθειας.

Αντίθετα, στην τελειομανία οι στόχοι είναι υπερβολικά υψηλοί και ακόμη και όταν τους καταφέρνουμε δεν είμαστε ικανοποιημένοι γιατί έχουμε την αίσθηση ότι θα έπρεπε να τα είχαμε πάει καλύτερα με αποτέλεσμα να επικρίνουμε αυστηρά τον εαυτό μας.

 

Προτάσεις για να βγεις από την παγίδα της τελειομανίας

1. Μάθε να ακούς και να απαντάς στην εσωτερική σου φωνή

Παρατήρησε σε ποιες περιπτώσεις έχεις τόσο μεγάλες προσδοκίες από τον εαυτό σου που σε μπλοκάρουν και τι είναι αυτό που σε κάνει να διατηρείς αυτή τη συμπεριφορά [ποιο είναι το κίνητρο]. Τι σου προσφέρει ή τι χάνεις; Η εσωτερική φωνή τι σχόλια σου ψιθυρίζει; Και εσύ τι της απαντάς; Μπορείς να τα σημειώσεις για να δεις το σαμποτάζ που γίνεται.

NLP map: “Δεν μπόρεσα να ακολουθήσω κατά γράμμα το πρόγραμμα διατροφής, είμαι αποτυχημένος-αποτυχημένη” μπορείς να το αλλάξεις λέγοντας “Έκανα το καλύτερο που μπορούσα, την επόμενη φορά θα τα πάω καλύτερα”

2. Δες με άλλη ματιά τα λάθη

Τα λάθη είναι ευκαιρία για μάθηση, καύσιμα για καλύτερη απόδοση και εξέλιξη και όχι στοιχεία για να κρίνεις τους άλλους ή τον εαυτό σου αρνητικά.

NLP map: Καθώς ο φόβος του λάθους ή του να μην είσαι τέλειος είναι έντονος στην τελειομανία κάνε κάποιες δοκιμές για να εξοικειωθείς με τη μη τελειότητα όπως, να αφήσεις ένα πίνακα στραβό στον τοίχο, να αργήσεις λίγο σε ένα ραντεβού σου, να βγεις με ένα ρούχο ελαφρώς λερωμένο, να τσεκάρεις ένα mail ή ένα άρθρο που θέλεις να στείλεις αντί για 4, 2 φορές και δες πώς νιώθεις.

3. Κάνε τα σημαντικά προτεραιότητα σου και τα ασήμαντα αγνόησε τα

Ξεσκαρτάρισε όλα αυτά που κάνεις στη ζωή σου γιατί ‘πρέπει’ [για ποιο λόγο άραγε ‘πρέπει’;] και βάλε προτεραιότητα σε αυτά που πράγματι είναι σημαντικά για σένα. Βάλε στόχους που μπορείς να τους καταφέρεις και νιώσε όμορφα σε όλη τη διαδικασία υλοποίησης τους. Η ευτυχία δεν είναι προορισμός, είναι να ζω τις εμπειρίες με όλες μου τις αισθήσεις όχι γιατί πρέπει αλλά γιατί θέλω. Αντιστάσου στο κυνήγι της χρονοταχύτητας, ψάχνοντας πιο είναι το επόμενο που πρέπει να καταφέρεις και ζήσε την κάθε στιγμή mindfulness, στο “εδώ και τώρα”.

4. Δώσε feedback στον εαυτό σου για την προσπάθεια του

Σε κάθε μικρή νίκη με τους φόβους σου ενίσχυσε τον εαυτό σου θετικά με διάφορους τρόπους όπως, να πεις κάτι όμορφο στον εαυτό σου [“χαίρομαι μαζί σου για αυτό που κάνεις”], να βγεις έξω με παρέα, να φροντίσεις τον εαυτό σου [περπάτημα, φυσική δραστηριότητα, μαζάζ, χαλάρωση, μουσική] ή απλά να χαμογελάσεις μπροστά στον καθρέφτη για όσα κάνεις για σενα.

Να θυμίζεις κάτι καθημερινά στον εαυτό σου .. αντί να προσπαθείς να είσαι τέλειος-τέλεια δοκίμασε να είσαι απλά αυθεντικός-αυθεντική.

“Ίσως εκεί που φοβάσαι να πας, να είναι όλα όσα ψάχνεις ..”

Πηγές

DiBartolo P.M., Frost, R.O., Dixon, A. & Almodovar, S. 2001. Can Cognitive Restructuring Reduce the Disruption Associated With Perfectionistic Concerns?. Behavior Therapy, 32, 167-184
Hewitt, P. 2000. Psychology works for perfectionism. Canadian Psychology Association. Ανασύρθηκε από www.cpa.ca

                                                                                                                      Άρθρο μου στο efood for thought

                                                                                                                                        Απρίλιος 2015

Ένα βράδυ ένας γέρος Cherokee έλεγε στον εγγονό του για μια μάχη που συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων..

– Γιε μου η μάχη είναι ανάμεσα σε 2 «λύκους» μέσα μας.

Ο ένας είναι ο Κακός .. είναι ο θυμός, ο φθόνος, η ζήλια, η θλίψη, η τύψη, η αλαζονεία, η αυτολύπηση, η ενοχή, η κατωτερότητα, η ψευτιά, η ψεύτικη υπερηφάνεια, η υπεροχή και ο εγωισμός.

Ο άλλος είναι ο Καλός .. είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η γαλήνη, η ταπεινοφροσύνη, η καλοσύνη, η φιλανθρωπία, η συμπόνοια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία και η πίστη.

Ο εγγονός το σκέφτηκε ένα λεπτό και έπειτα ρώτησε τον παππού του: «Ποιος λύκος νικά;»

«Αυτός που τροφοδοτείς», του απάντησε ο παππούς του.

Έχεις αναρωτηθεί για τη δική σου εσωτερική μάχη, ποιον λύκο τροφοδοτείς συνειδητά ή ασυνείδητα; Ποιον από αυτούς φέρνεις μαζί σου και σε επηρεάζει στον αγωνιστικό χώρο;

Για να καταλάβεις τον αθλητή σου χρειάζεται πρώτα να καταλάβεις τον εαυτό σου. Να δεις τις σκέψεις που σε επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά, που σου κάνουν σαμποτάζ, τις προσδοκίες που έχεις για την ομάδα σου για αυτή την αγωνιστική σεζόν, τα συναισθήματα που νιώθεις σε σχέση με αυτά. Να γίνεις ο παρατηρητής του εαυτού σου. Πόσα συναισθηματικά βάρη κουβαλάς από τον έξω κόσμο στον γηπεδικό σου κόσμο; Έχεις αναλογιστεί ότι οι σκέψεις επηρεάζουν άμεσα το πώς νιώθεις και συμπεριφέρεσαι; Σύμφωνα με τον Νευρογλωσσικό Προγραμματισμό [Neuro Linguistic Programming-NLP] πίεση και στρες δεν μας δημιουργούν οι καταστάσεις καθ’ αυτές αλλά ο τρόπος που ερμηνεύουμε αυτές τις καταστάσεις. Για παράδειγμα, αν σκεφτώ -κατά τη διάρκεια του αγώνα που η ομάδα μου είναι πίσω στη βαθμολογία- ότι θα δεχθώ αρνητικά σχόλια για τις προπονητικές επιλογές μου ή την έκβαση του αγώνα από δικούς μου ή άλλους ανθρώπους μπορεί να πιεστώ ψυχολογικά, να θυμώσω πιο εύκολα, να δείξω τον εκνευρισμό μου σε κάποιο παίχτη ή στο διαιτητή. Αν έχεις εκπαιδευτεί σε κάποιες ψυχολογικές τεχνικές, εκείνη τη στιγμή μπορείς να τις εφαρμόσεις και να ελέγξεις αυτές τις αρνητικές σκέψεις και να τις μετατρέψεις σε πιο βοηθητικές για τη συνέχεια του αγώνα ή και της προπόνησης.

Ο προπονητής, ιδίως στις μικρές ηλικίες, έχει το ρόλο του παιδαγωγού. Κράτα στο μυαλό σου ωστόσο, ότι ένας καλός ‘δάσκαλος’ θα σου δείξει κάτι αλλά δεν θα σε κατευθύνει στο που να κοιτάξεις. Η ενσυναίσθηση, η χωρίς όρους αποδοχή και η γνησιότητα του ενδιαφέροντος [χαρακτηριστικά που είχε παρουσιάσει ο Carl Rogers στην προσωποκεντρική θεωρία του] είναι στοιχεία που ο κάθε αθλητής χρειάζεται για να ακολουθήσει όσα του προτείνεις. Η ενσυναίσθηση αφορά το να μπορώ να μπω στα παπούτσια του αθλητή μου, να τον ακούσω, να καταλάβω τι νιώθει. Το γνήσιο ενδιαφέρον σου ο αθλητής όχι μόνο θα το δει αλλά και θα το νιώσει. Ένας τρόπος για αυτό είναι να προτιμήσεις να κάνεις διάλογο με τον αθλητή ή τους αθλητές σου ακούγοντας τι έχουν να πούνε και παρουσιάζοντας και τη δική σου οπτική. Είναι σημαντικό να νιώθει ο αθλητής ότι τον υπολογίζουν ακόμα και όταν τα περισσότερα λεπτά είναι στον πάγκο.

Εφόσον αποκτάς επίγνωση του εαυτού σου μπορείς καλύτερα να καταλάβεις και να βοηθήσεις και τους αθλητές σου. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ενισχύουμε τη Συναισθηματική νοημοσύνη τόσο του προπονητή όσο και του αθλητή. Τα πιο μεγάλα παιχνίδια γίνονται στις προπονήσεις για αυτό:

 

  • Όπως γράφεις σχόλια για τους παίχτες ή τις τεχνικές που εφαρμόσατε στο τέλος της προπόνησης κράτα και κάποιες σημειώσεις για σενα. Πού έπιασες τον εαυτό σου να υψώνει τον τόνο της φωνής, να ενοχλείται από σχόλια αθλητών άλλων ατόμων, που ένιωθες χαρούμενος. Όλα αυτά έχουν σαν στόχο να λειτουργείς πιο ενσυνείδητα [mindfulness]

 

  • Κράτα μια μικρή λίστα σημειώνοντας 2-3 πράγματα που σε κάνουν, στο τέλος της ημέρας, να νιώθεις ευγνωμοσύνη

 

Και ενώ συζητάμε και δίνουμε έμφαση στην ψυχολογία των αθλητών παραβλέπουμε ή μειώνουμε τη σημασία της ψυχολογίας των προπονητών [και των βοηθών τους-τεχνικό team]. Πράγματι είναι σημαντική όχι μόνο η ψυχολογική εκπαίδευση αλλά και ο χρόνος που θα δοθεί σε προπονητή-τεχνικό team, σε μια συστηματική βάση, να μοιραστούν με τον ψυχολόγο εμπειρίες, σκέψεις, συναισθήματα και εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης των αρνητικών σκέψεων και αποφόρτισης.

Ένας καλός προπονητής μιλά, σχολιάζει, εξηγεί ..

Ένας προπονητής που διαφοροποιείται από όλους τους άλλους ΕΜΠΝΕΕΙ ..

Ευφροσύνη Μήτσιου

Ψυχολόγος

Εξειδίκευση στη Μη Κατευθυντική Εμψύχωση Ομάδων

Άρθρο μου που δημοσιεύθηκε στο coachbasketball.gr στις 27.6.2013

 

foto via apexslm.com

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΖΟΥΝ

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κριτική.. μαθαίνει να κατακρίνει.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην έχθρα.. μαθαίνει να καβγαδίζει.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ειρωνεία.. μαθαίνει να είναι ντροπαλό.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στη ντροπή.. μαθαίνει να αισθάνεται ένοχο.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κατανόηση μαθαίνει να είναι υπομονετικό.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στον έπαινο.. μαθαίνει να εκτιμά.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στη δικαιοσύνη.. μαθαίνει να είναι δίκαιο.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ασφάλεια.. μαθαίνει να πιστεύει.
Αν ένα παιδί ζει μέσα σε επιδοκιμασία.. μαθαίνει να έχει αυτοεκτίμηση.
Αν ένα παιδί ζει μέσα σε παραδοχή και φιλία.. μαθαίνει να βρίσκει την αγάπη στον κόσμο.

Εμείς πώς θέλουμε να είναι τα παιδιά μας ;; Βοηθάμε σε αυτό με τη συμπεριφορά μας ή απλά απαιτούμε και ενοχλούμαστε όταν δεν γίνονται έτσι όπως θα θέλαμε;;

[J.R. Russell]

Δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς που δεν μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε, ερωτήματα που εγείρονται. Στην περίπτωση ενός ενήλικα είναι επιλογή του για το αν και σε ποιον θα μιλήσει για αυτές τις δυσκολίες και τα συναισθήματα που βιώνει. Ένα παιδί όμως, ιδίως σε μικρή ηλικία, δεν είναι κάποιες φορές σε θέση να μιλήσει για αυτά που νιώθει. Η συμπεριφορά του σε αυτή την περίπτωση ίσως λέει περισσότερα και σημαντική είναι η σωστή αποκωδικοποίηση από τα κατάλληλα άτομα. Τα άτομα αυτά μπορεί να είναι οι γονείς που μπορούν να παρατηρήσουν κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού ιδίως στο οικογενειακό πλαίσιο και οι εκπαιδευτικοί στο σχολικό πλαίσιο. Όταν η συνεργασία εκπαιδευτικών, γονέων και του ίδιου του παιδιού δεν φέρει θετικά αποτελέσματα τότε χρειάζεται η συνδρομή του ειδικού. Καλό είναι να επισημανθεί βέβαια ότι δε χρειάζεται οι γονείς να φτάσουν στο άλλο άκρο που σε κάθε ιδιόμορφη συμπεριφορά του παιδιού, που δεν μπορούν εύκολα να κατανοήσουν, να καταφεύγουν στους ειδικούς. Για ποιους λόγους ένας γονέας χρειάζεται να φέρει το παιδί σε ένα ψυχολόγο ή πότε ο έφηβος επιλέγει να τον επισκεφθεί και πώς μπορεί να βοηθήσει ο ψυχολόγος.

Πολλές φορές οι ίδιοι οι γονείς παρατηρώντας αλλαγές στη συμπεριφορά και στη συναισθηματική διάθεση του παιδιού τους και αφού έχουν ζητήσει τη βοήθεια φίλων, συγγενών ή πληροφοριών από το διαδίκτυο που δεν τους είναι αρκετές ή ικανοποιητικές απευθύνονται σε ένα ψυχολόγο. Μια τέτοια περίπτωση είναι το διαζύγιο για το οποίο ο ένας ή και οι δυο γονείς επισκέπτονται έναν ψυχολόγο για το πώς μπορούν καλύτερα να το χειριστούν και να μιλήσουν στο παιδί για αυτό το γεγονός (έτσι ώστε να μη νιώθει το παιδί τύψεις και ενοχές ότι φταίει το ίδιο για το διαζύγιο των γονιών του, όπως συχνά αναφέρουν στους γονείς ή σε τρίτους). Εδώ ο ρόλος του ψυχολόγου είναι κυρίως προληπτικός ώστε να αποφευχθούν, να περιοριστούν ή να χειριστούν καλύτερα δυσάρεστα συναισθήματα ή δυσλειτουργικές συμπεριφορές του παιδιού (και κατ’ επέκταση του γονέα). Ωστόσο, ο ρόλος του ειδικού είναι και θεραπευτικός/υποστηρικτικός (μέσω επεξεργασίας συναισθημάτων) όπως στην περίπτωση των γονέων που χωρίζουν με αρκετούς καβγάδες και το παιδί παρουσιάζει δυσκολίες στον ύπνο (εφιάλτες) και αρνείται να πάει το σχολείο.

Συχνός, επίσης, λόγος επίσκεψης σε έναν ψυχολόγο είναι για θέματα έντονης προσκόλλησης, αποχωρισμού και θανάτου κάποιου γονέα/μέλους οικογένειας ή όταν παρατηρείται κάποια ιδιορρυθμία στην εξέλιξη του παιδιού οπότε ο ψυχολόγος αξιολογεί τη νοημοσύνη του και τις ικανότητές του.

Άλλα αιτήματα ενδεικτικά αφορούν περιπτώσεις που το παιδί έχει προβλήματα στον ύπνο (βλέπει εφιάλτες, δεν θέλει να κοιμηθεί στο κρεβάτι του), νυχτερινή ενούρηση, έντονους φόβους και ανησυχία, χαμηλή αυτοεκτίμηση, αρνείται να πάει στο σχολείο ή από την άλλη είναι αρκετά επιθετικό και θυμώνει. Παρουσιάζει απότομη αλλαγή στη διατροφική συμπεριφορά (βουλιμικά επεισόδια ή ανορεξία), αλλαγή στη διάθεση (ενδεχομένως και κατάθλιψη), μιλά συχνά για θάνατο ή μακάβρια γεγονότα και απειλεί ότι θα φύγει από το σπίτι.

Συνεπώς, βασικό για αρχή είναι οι γονείς να παρα(απο)δεχτούν ότι το παιδί τους παρουσιάζει κάποια δυσκολία για την οποία είναι βοηθητική η παρουσία ενός ειδικού. Σημαντικός είναι και ο τρόπος που θα παρουσιάσουν στο παιδί/έφηβο την επίσκεψη στον ψυχολόγο ο οποίος είναι καλό να προσαρμοσθεί στην ηλικία του παιδιού/εφήβου. Ο ψυχολόγος δεν είναι ούτε γιατρός που θα κάνει κάποια ένεση στο παιδί ούτε δάσκαλος που θα του βάλει βαθμό μετά το τέλος της συνάντησης. Είναι ο σύμμαχός του που θα τον ακούσει, θα του αφήσει χώρο και χρόνο να εκφραστεί και θα του προτείνει εναλλακτικές επιλογές. Η τελική απόφαση είναι του ίδιου του παιδιού/εφήβου.

Οι γονείς έχουν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη θεραπευτική διαδικασία για αυτό και οι ψυχολόγοι τους ζητάνε συνέπεια στη συμπεριφορά τους και στις πρακτικές που από κοινού προτείνονται. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλές φορές μια μικρή (θετική) αλλαγή στη συμπεριφορά και στη στάση των γονέων συνδέεται με θετική αλλαγή στη συμπεριφορά και του ίδιου του παιδιού.

Η φυσική δραστηριότητα και η κίνηση, όπως επιβεβαιώνουν επιστημονικές μελέτες, βοηθά στη μείωση του άγχους, το οποίο για αρκετούς ανθρώπους αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους.

Περίπου τριάντα λεπτά άσκησης-κίνησης την ημέρα, σε συνδυασμό με σωστή διατροφή, ενισχύουν την παραγωγή σεροτονίνης, η οποία συνεισφέρει στην ανεβασμένη διάθεση και την ευεξία.

Τα παραπάνω επισημαίνει, η εξειδικευμένη σε θέματα διατροφικών διαταραχών και παχυσαρκίας ψυχολόγος Φρόσω Μήτσιου.

«Κάποιες φορές, ωστόσο, το κίνητρο που ωθεί ένα άτομο να ασκηθεί είναι τα, κυρίως αρνητικά, σχόλια που κάνουν για την εμφάνισή του άτομα τα οποία θεωρεί σημαντικά. Τα σχόλια αυτά, σε συνδυασμό με την πίεση των ΜΜΕ για μια ‘ιδανική’ εικόνα, όπως για παράδειγμα, αψεγάδιαστες φωτογραφίες σε περιοδικά, επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση του ατόμου, δημιουργώντας πρόσθετο άγχος. Βέβαια, το άγχος προκαλείται και ενισχύεται κυρίως από τις σκέψεις που κάνουμε γύρω από διάφορα θέματα και καταστάσεις και όχι από τις καταστάσεις αυτές καθ΄ αυτές. Γι’ αυτό και η καλύτερη αντιμετώπιση του άγχους στοχεύει στην τροποποίηση των σκέψεων», επισημαίνει η κ. Μήτσιου.

Βασικός παράγοντας στην αντιμετώπιση και καλύτερη διαχείριση του άγχους είναι η αναγνώριση των συμπτωμάτων του. Συμπτώματα του άγχους, όπως εξηγεί η κ.Μήτσιου, είναι:

–  ο φόβος,

–  η ανησυχία,

–  η νευρικότητα,

–  η ταχυκαρδία,

–  ο ιδρώτας,

– οι γρήγορες αναπνοές,

–  η ενόχληση στο στομάχι,

–  η γρήγορη ομιλία,

–  το τρέμουλο,

–  η ονυχοφαγία,

–  το κούνημα των ποδιών,

–  το χασμουρητό

–  η επιθετική συμπεριφορά.

 

Πώς, όμως, μπορούμε να διαχειριστούμε καλύτερα το άγχος; Τι πρέπει να αποφύγουμε;
«Αποφύγετε:

–  να κριτικάρετε και να κατηγορείτε τον εαυτό σας για ό,τι συμβαίνει,

–  να έχετε τύψεις γιατί δεν ανταποκριθήκατε σ’ αυτό που περίμεναν οι άλλοι,

–  να έχετε αυξημένες προσδοκίες για τον εαυτό σας και τους άλλους

–  και να ‘εκφράζεστε’ αρνητικά» λέει η κ.Μήτσιου.

Σύμφωνα με την ίδια, για την αποφυγή του άγχους θα πρέπει κανείς να αλλάξει τρόπο σκέψης, να κάνει αυτοδιάλογο, να νιώθει ευτυχής με όσα έχει καταφέρει, να παίρνει βαθιές αναπνοές και να βάλει δραστηριότητα και κίνηση στη ζωή του.

«Αποφύγετε να χρησιμοποιείτε αρνητικά μόρια, όπως ‘μην’ ή ‘δεν’, και λέξεις με αρνητική χροιά, όπως το ‘πρέπει’. Οι σκέψεις σας συνδέονται άμεσα και επηρεάζουν τα συναισθήματά σας και τη συμπεριφορά σας. Μιλήστε στον εαυτό σας είτε εξωτερικά, δηλαδή φωναχτά, είτε εσωτερικά, δηλαδή από μέσα σας, προσπαθώντας να τον χαλαρώσετε και να τον αποπροσανατολίσετε από αρνητικές σκέψεις. Βρείτε αφορμές να γελάσετε ή παρακολουθήστε κάποιο πρόγραμμα στην τηλεόραση που σας κάνει να γελάτε. Αυτομάτως πηγαίνει το μήνυμα στον εγκέφαλο ότι είστε καλά. Θυμηθείτε να παίρνετε βαθιές αναπνοές, εκπνέοντας προς τα έξω κι έχοντας στο μυαλό σας μια όμορφη σκέψη ή εικόνα. Και, φυσικά, γυμναστείτε ή βάλτε κάποια δραστηριότητα και κίνηση στη ζωή σας» συνιστά η κ. Μήτσιου.

Πηγή: health.in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ

Όποιος την έχει βιώσει ενδεχομένως να συμφωνήσει ότι είναι από τα χειρότερα συναισθήματα. Η πρώτη σκέψη αυτών των ανθρώπων είναι «γιατί σε μένα;». Το άτομο παρουσιάζει απρόσμενα και αιφνίδια επεισόδια έντονου φόβου και άγχους που διαρκούν από λίγα λεπτά έως λίγες ώρες. Η απώλεια ελέγχου είναι από τα πιο έντονα συναισθήματα σε συνδυασμό με έντονο φόβο και άγχος. Οι έρευνες δείχνουν ότι 4% περίπου του πληθυσμού εμφανίζει κρίσεις πανικού με τις γυναίκες να έχουν την πρωτιά.
Σωματικά συμπτώματα [δεν είναι απαραίτητο να τα εμφανίζει όλα το άτομο]
–    ταχυπαλμία
–    τάση λιποθυμίας / αδυναμία
–    αίσθηση ασφυξίας / ότι πνίγεται
–    πόνος στο στήθος / δύσπνοια
–    ιδρώτας
–    τρέμουλο
–    ναυτία
–    ζάλη
–    κράμπες
–    μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα στα χέρια
–    ρίγος / εξάψεις

Τι μπορείτε να κάνετε
o    Το πρώτο και βασικό είναι να ηρεμήσετε ή καλύτερα μια που κάτι τέτοιο φαντάζει ίσως δύσκολο εκείνη τη στιγμή να πείσετε τον εαυτό σας ότι θέλει να ηρεμήσει. Και αυτό διότι ο εγκέφαλος λειτουργεί με τέτοιο τρόπο έστω και ασυνείδητα προκαλεί αυτό που σκεφτόμαστε.
o    Αναπνεύστε: παίρνετε όσο το δυνατόν βαθιές αναπνοές
o    Σκεφτείτε κάτι διαφορετικό: κάντε θετικές σκέψεις ή σκεφτείτε κάτι τελείως διαφορετικό ώστε να σας αποσπάσει την προσοχή
o    Γίνετε καλοί παρατηρητές: όταν βιώνετε αυτή την πίεση για να αποπροσανατολίσετε το μυαλό σας από αυτό που βιώνετε και σκέφτεστε ξεκινήστε να παρατηρείτε το χώρο γύρω σας και να περιγράφετε ό,τι βλέπετε με αρκετές λεπτομέρειες.
o    Ταξιδέψτε με το μυαλό σας: βοηθητικό επίσης είναι να ταξιδέψετε νοερά σε μέρη που ήσασταν και περάσατε όμορφα ή να φέρετε στο μυαλό καταστάσεις και ανθρώπους που έχετε όμορφες αναμνήσεις
o    Κρατήστε ημερολόγιο: για κάποιους ενδεχομένως να είναι διευκολυντικό να κρατάνε ημερολόγιο ή να γράφουν αυτό που νιώθουν. Όταν το βγάζεις προς τα έξω μπορείς να το διαχειριστείς και καλύτερα.

Η κρίση πανικού λειτουργεί και ως ένα καμπανάκι για το άτομο μια ευκαιρία να επανεξετάσει αισθήματα και καταστάσεις. Λαμβάνοντας κάποιος φαρμακευτική αγωγή στην ουσία καλύπτει επιφανειακά το πρόβλημα. Ανακουφίζεται προσωρινά. Αλλά όταν οι αρνητικές σκέψεις έρθουν πάλι στην επιφάνεια τι κάνουμε;;
Στην ουσία οι περισσότεροι φοβούνται μήπως τους ξανασυμβεί για αυτό και ο φόβος από μόνος του μπορεί να προκαλέσει τα συμπτώματα που προαναφέρθηκαν. Είναι σημαντικό σε μια τέτοια περίπτωση το άτομο να απευθυνθεί σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας για να μιλήσει για αυτό που βιώνει. Ανάλογα με την περίσταση μια κρίση πανικού μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε σε λίγες είτε σε περισσότερες ψυχοθεραπευτικές συναντήσεις.
Αποφύγετε να το συζητάτε με φίλους και γνωστούς γιατί όσο πιο πολύ αποτελεί κεντρικό θέμα συζήτησης στην παρέα άλλο τόσο θα αποτελεί και κεντρικό θέμα σκέψης στο μυαλό σας. Είναι επιλογή σας πόσο θα αφήνετε το φόβο να κατέχει κεντρική θέση στη ζωή σας.

ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τα σχολεία θα ανοίξουν σε λίγες ημέρες και κάποια παιδιά θα αποχωριστούν για πρώτη φορά τους γονείς τους, καθώς θα διαβαίνουν την πόρτα του παιδικού σταθμού ή του νηπιαγωγείου. Για κάποια απ’ αυτά, η εμπειρία θα είναι οδυνηρή.

Το κλάμα και η άρνηση του παιδιού να πάει σχολείο δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο φαινόμενο και οι ψυχολόγοι το αποδίδουν κυρίως στο άγχος που δημιουργεί ο αποχωρισμός από τους γονείς.

Απαντήσεις για τα αίτια του φαινομένου και συμβουλές για το τι θα πρέπει να κάνουν οι γονείς δίνουν οι ψυχολόγοι Φρόσω Μήτσιου (με ειδικότητα στην σχολική-εξελικτική ψυχολογία) και Φιλαρέτη Τζάλλα (ειδικευμένη στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων).

Γιατί δεν θέλουν να πάνε σχολείο;

«Παρόλο που οι γονείς ανησυχούν και δυσκολεύονται, όταν βλέπουν το παιδί στην πόρτα του σχολείου, την πρώτη μέρα, εβδομάδα ή μήνα να κλαίει έντονα, κάτι τέτοιο θεωρείται φυσιολογικό, καθώς το κλάμα αποτελεί ένδειξη και της σχέσης-δεσμού με τους γονείς του. Για αρκετά παιδιά, η είσοδος στο σχολείο ενεργοποιεί το άγχος αποχωρισμού, καθώς πιστεύουν ότι η μαμά ή ο μπαμπάς θα τα αφήσει στο σχολείο και δεν θα έρθει να τα πάρει. Η μετάβαση στο σχολείο, σ’ ένα νέο χώρο, με πολλά παιδιά, δημιουργεί στην αρχή μια αναστάτωση, καθώς το παιδί απομακρύνεται από την ασφάλεια του σπιτιού και των προσώπων που το περιστοίχιζαν. Νιώθει ότι χάνει την αποκλειστικότητα και ότι χρειάζεται να αναπτύξει νέες δεξιότητες και συμπεριφορές για να ενταχθεί», εξηγεί η κ.Μήτσιου.

Από την πλευρά της, η κ.Τζάλλα αναφέρει ότι το άγχος του αποχωρισμού είναι φυσιολογικό και ξεκινά από την ηλικία των 6 μηνών, κατά την οποία το βρέφος δυσανασχετεί, όταν βλέπει τους γονείς του να απομακρύνονται. Αυτό διαρκεί μέχρι την ηλικία των 3 ετών και σταδιακά μειώνεται.

«Όσο μεγαλώνει ένα παιδί, τόσο πιο εύκολος είναι ο αποχωρισμός από τους γονείς. Ωστόσο, κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό ανάπτυξης, από τον οποίο εξαρτάται το άγχος. Αλλά δεν εξαρτάται μόνο απ’ αυτό, εξαρτάται από το επίπεδο του παιδιού, την ιδιοσυγκρασία του, από προηγούμενες εμπειρίες αποχωρισμού, από τον τρόπο που οι γονείς χειρίζονται τον αποχωρισμό. Το άγχος είναι φυσιολογικό για το παιδί, αλλά και για τους γονείς, οι οποίοι αισθάνονται ενοχή που αφήνουν το παιδί τους κι αυτό τους δημιουργεί άγχος. Πίσω από κάθε παιδί που έχει άγχος κρύβεται ένας γονιός με άγχος», προσθέτει η κ.Τζάλλα.

Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου παιδί και γονέας (συνήθως μητέρα) έχουν αναπτύξει μια έντονη σχέση προσκόλλησης/δεσμού ως προσπάθεια αναπλήρωσης (κυρίως από την πλευρά του γονέα) κάποιου συναισθηματικού κενού, γεγονός που δυσκολεύει την προσαρμογή του παιδιού στο νέο περιβάλλον. Αυτό, όπως εξηγεί η κ.Μήτσιου, εντείνεται, όταν ο γονέας δείχνει ότι ανησυχεί πολύ για το πού θα πάει το παιδί, ιδίως όταν αυτό παρουσιάζει κάποια προβλήματα υγείας ή είναι μοναχοπαίδι και αρκετές φορές κλαίει μπροστά του.

Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς;

Βασικό είναι να επεξεργαστούν πρώτα οι ίδιοι οι γονείς τι σημαίνει γι’ αυτούς η μετάβαση του παιδιού από το σπίτι στο σχολείο και να αναπροσδιορίσουν τις ανάγκες τους και τη σχέση τους με το παιδί.

«Οι γονείς πρέπει να είναι ήρεμοι, αποφεύγοντας την έντονη προσκόλληση στο παιδί, όταν επιστρέφει από το σχολείο. Οι δικές τους συναισθηματικές αντιδράσεις είναι καταλυτικές τόσο για τις συναισθηματικές αντιδράσεις του παιδιού όσο και για την εικόνα που θα δημιουργήσει το ίδιο για το σχολείο. Η προετοιμασία του παιδιού, μέσω συζητήσεων, επίσκεψης στο χώρο του σχολείου, καθώς και η τήρηση του σχολικού ωραρίου διευκολύνει αυτή τη μετάβαση. Καλό είναι να χαιρετήσει ο γονέας το παιδί, να του πει πού πάει, αλλά να αποφύγει να παρατείνει την παραμονή του στο χώρο, όταν αρχίσει το παιδί να κλαίει (όσο δύσκολο και αν είναι για το γονέα). Μπορεί να προτείνει στο παιδί να πάρει μαζί του στο σχολείο κάποια αγαπημένα του αντικείμενα ή να δείξει στα άλλα παιδιά κάτι που του αρέσει να κάνει», συνιστά η κ.Μήτσιου.

Η κ.Τζάλλα από τη πλευρά της προτείνει στους γονείς να μην μιλούν στα παιδιά τους αποκλειστικά για το σχολείο, να τα προετοιμάσουν για το σχολικό περιβάλλον με μια επίσκεψη στο σχολείο, πριν αρχίσει η φοίτηση, να ενθαρρύνουν κάθε προσπάθεια του παιδιού που πάει για πρώτη φορά μόνο του σχολείο και να επιβραβεύουν την παραμονή του στο σχολείο, να ενισχύσουν την αυτονομία του όσο βρίσκονται στο σπίτι ώστε να αναπτύξει τις ικανότητές του (π.χ. να το αφήνουν να τρώει μόνο του στο τραπέζι ή όταν ένα παιδί έχει «καθαρίσει», να ενθαρρύνεται να πηγαίνει στην τουαλέτα και να καθαρίζεται μόνο του).

Οι γονείς θα πρέπει να αναγνωρίσουν το άγχος του παιδιού και να μην του μεταδίδουν το δικό του άγχος, γιατί «το άγχος γεννάει άγχος», τονίζει η κ.Τζάλλα. Επισημαίνει ακόμη ότι, όταν ένα παιδί κλαίει, θα πρέπει πάντα ο γονιός να συνεργάζεται με τη δασκάλα (ακόμη και αν δε συμφωνεί μαζί της) για να δημιουργηθεί ένα καλύτερο πνεύμα σεβασμού. Επίσης, ο γονιός δεν πρέπει να υποκύπτει, όταν το παιδί δεν θέλει να πάει σχολείο.

Πότε πρέπει να απευθυνθούν σε ειδικό;

Ένα δοκιμαστικό διάστημα μερικών μηνών (περίπου μέχρι τα Χριστούγεννα) μπορεί να δείξει, αν το παιδί μπορεί να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον. «Αν σ’ αυτό το διάστημα, το κλάμα συνεχίσει να είναι έντονο και παρατηρηθούν, είτε από τον εκπαιδευτικό είτε από τους γονείς, συμπεριφορές, όπως π.χ. να πέφτει εύκολα, να δυσκολεύεται να σκαρφαλώσει ή να χοροπηδήσει, να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, να θυμηθεί οδηγίες/ιστορίες, να ηχολαλεί ή να μιλά ελάχιστα, να αποφεύγει τα άλλα παιδιά, να προτιμά να είναι μόνο ή να είναι αρκετά επιθετικό, να κλαίει πολύ και με το παραμικρό, να έχει αρκετές φοβίες, να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, να μιλά σιγανά ή φωναχτά στον εαυτό του, τότε είναι σημαντική η συμβολή ενός ειδικού για μια ολόπλευρη διερεύνηση, καθώς μπορεί το κλάμα να είναι- ίσως- η επιφάνεια μιας βαθύτερης δυσκολίας», τονίζει η κ.Μήτσιου.

 

Πηγή: health.in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Πάλι δεν διάβασες;

Μια ερώτηση-επίκριση, που βασανίζει παιδιά και γονείς και σίγουρα έχει σχέση με την επίδοση και με τη σχέση του μαθητή με το σχολείο. Ο τρόπος που θα οργανώσει ένα παιδί το διάβασμά του παίζει καταλυτικό ρόλο, όχι μόνο στην επίδοσή του στο σχολείο, αλλά κυρίως στην εικόνα και τη σχέση που θα αναπτύξει με τη μάθηση γενικότερα, αναφέρει η σχολική εξελικτική ψυχολόγος και συνεργάτης του Κέντρου Εκπαίδευσης και Αντιμετώπισης Διατροφικών Διαταραχών Φρόσω Μήτσιου.
«Αν το παιδί δεν μπορεί να μάθει με τον τρόπο που το διδάσκουμε, τότε πρέπει να το διδάξουμε με τον τρόπο που μπορεί να μάθει», τονίζει η κ. Μήτσιου, επικαλούμενη τη Μαρία Μοντεσσόρι (σ.σ. Ιταλίδα παιδαγωγός, που επινόησε το μοντεσσοριανό παιδαγωγικό σύστημα, το οποίο ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του κι εξακολουθεί να εφαρμόζεται και σήμερα σε μοντεσσοριανές σχολές ή σχολεία).

Πολλές φορές, οι συνεχείς επιπλήξεις για το διάβασμα επιδρούν αρνητικά στο παιδί, το οποίο από αντίδραση οδηγείται σε μειωμένη επίδοση ή στη δημιουργία της αίσθησης ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει. «Στην περίπτωση που ένα παιδί έχει μειωμένη απόδοση στο σχολείο» , επισημαίνει η κ. Μήτσιου, «οι γονείς θα πρέπει να ψάξουν μήπως έχει πρόβλημα όρασης ή ακοής, μαθησιακές δυσκολίες ή ψυχολογικά προβλήματα ή μήπως είναι θύμα παρενόχλησης από άλλα παιδιά. Ακόμη θα πρέπει να φροντίσουν να έχει την κατάλληλη διατροφή, γιατί η διατροφή επηρεάζει την επίδοση και τη μνήμη».

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να βοηθήσουν το παιδί να διαβάζει μόνο του;

«Είναι σημαντικό να κατανοήσουν οι γονείς ότι δεν ‘διαβάζουμε’ όλοι μαζί τα μαθήματα της επόμενης μέρας, αλλά στην ουσία βοηθάμε ή καλύτερα μαθαίνουμε το παιδί (ιδίως στις πρώτες τάξεις του δημοτικού) να οργανώνει τη μελέτη του, ώστε να είναι αποδοτική και όσο το δυνατόν λιγότερο κουραστική. Αυτό ενισχύει την αίσθηση της υπευθυνότητας στο παιδί και του δίνει μια εικόνα για τις δυνατότητες, τις αδυναμίες του και τον εκτιμώμενο χρόνο που απαιτείται. Στόχος του γονέα είναι να επιτύχει το παιδί αυτό που ονομάζουμε αυτορρύθμιση», απαντά η κ. Μήτσιου.

Μερικοί τρόποι που συνιστώνται στους γονείς για να μπορέσει το παιδί να αυτορρυθμιστεί είναι:
– Να προτείνουν στο παιδί να τοποθετήσει το πρόγραμμα της εβδομάδας σε σημείο που να μπορεί να το βλέπει εύκολα, όπως στο γραφείο, στην πόρτα, στην ντουλάπα του δωματίου του, χωρίς να χρειάζεται να του το υπενθυμίζουν συνεχώς.
– Να το βοηθήσουν να οργανώσει το χώρο του δωματίου του με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην επηρεάζεται την ώρα της μελέτης από άλλα ερεθίσματα, όπως από το γραφείο να μην έχει θέα έξω από το παράθυρο, να κλείνει την πόρτα για να μην αποσπάται η προσοχή του από άλλους θορύβους (δικές τους συζητήσεις, τηλεόραση, άλλες ηλεκτρικές συσκευές) και να προσαρμόσουν το φωτισμό, ώστε η μελέτη να είναι πιο ξεκούραστη για τα μάτια.
– Μέρος της οργάνωσης είναι και η έγκαιρη προετοιμασία του σχολικού εξοπλισμού (τσάντα με βιβλία της ανάλογης ημέρας, κασετίνα με όλα τα απαραίτητα)- στην αρχή με βοήθεια από τους γονείς, αλλά στη συνέχεια από το ίδιο το παιδί.
– Να του δείξουν τη σωστή στάση του σώματος στο γραφείο ή ακόμη και στον υπολογιστή προσαρμόζοντας την καρέκλα στην ανάλογη θέση. Να αφήσουν το παιδί να το ακολουθήσει κι αν δουν ότι το ξεχνά, να το υπενθυμίσουν.

Αναφορικά με τις δραστηριότητες εκτός σχολείου, πολλοί γονείς σκέφτονται να στείλουν τα παιδιά για εκμάθηση ξένων γλωσσών, μουσικών οργάνων, αθλημάτων. Οι γονείς δεν πρέπει να ξεχνούν ότι αυτό που χρειάζεται το παιδί είναι ξεκούραση και εκφόρτιση από το άγχος των τόσων υποχρεώσεων, συνήθως μέσω παιχνιδιού. Θα πρέπει να ρωτήσουν το παιδί με τι θα ήθελε να ασχοληθεί, προσπαθώντας να περιορίσουν τις δικές τους προσδοκίες ή (ανεκπλήρωτα) όνειρα- για παράδειγμα να μάθει πιάνο, γιατί στους ίδιους αρέσει η κλασική μουσική.
– Να αποφεύγουν να ζητούν από το παιδί να ξεκινήσει το διάβασμα, μόλις επιστρέψει από το σχολείο ή μετά από το παιχνίδι, καθώς αυτό το διάστημα είναι για ξεκούραση ή για να ενισχυθεί η ποιοτική επικοινωνία με το παιδί, μέσω συζήτησης (μοίρασμα σκέψεων και συναισθημάτων της ημέρας).
– Βοηθητικό είναι να ξεκινήσει το παιδί να διαβάζει τα πιο δύσκολα μαθήματα στην αρχή και να μην τα αφήσει στο τέλος που θα είναι πιο κουρασμένο.
–  Αντίστοιχα, μπορεί να διαβάσει πρώτα αυτά που βαριέται ή που του προξενούν μειωμένο ενδιαφέρον ώστε να κινητοποιείται στη συνέχεια να διαβάσει κι αυτά που του αρέσουν περισσότερο.
– Να κάνει μικρά και συχνά διαλλείματα, ακόμη κι αν δεν νιώθει ιδιαίτερα κουρασμένο.

– Αν το δυσκολεύουν τα θεωρητικά μαθήματα (π.χ. ιστορία), να του προτείνουν εναλλαγή με πρακτικά μαθήματα(π.χ. μαθηματικά). Στα θεωρητικά θα το βοηθήσει αρκετά, αν οι γονείς του δείξουν τρόπους εκμάθησης όπως, να δίνει μια κεντρική ιδέα- τίτλο, λέξεις – κλειδιά ή να υπογραμμίζει σημαντικά κομμάτια σε κάθε παράγραφο και γενικότερα να παρατηρεί εικόνες.
– Οι γονείς πρέπει να προτείνουν στο παιδί να κάνει μια επανάληψη το βράδυ, πριν πάει για ύπνο. Να αποφεύγουν να είναι μ’ ένα βιβλίο από πίσω του και να του διαβάζουν φωναχτά το μάθημα, γιατί αυτό αποτελεί μεν παθητική διαδικασία μάθησης, αλλά του δίνει την εικόνα ότι δεν μπορεί να το κάνει μόνο του.
– Να περιορίσουν ή ν’ αποφεύγουν, όσο είναι εφικτό, να απευθύνονται στο παιδί, χρησιμοποιώντας προστακτική(όπως: γράψε, διάβασε κ.λπ.) και να επιλέξουν να το παρακινούν με εκφράσεις, όπως: «έλα να διαβάσεις τώρα που είσαι ξεκούραστος».
– Αντίστοιχα, όταν εξαντλούνται τα αποθέματα υπομονής τους, να μην απειλούν το παιδί, λέγοντας «αν δεν διαβάσεις τα μαθήματά σου δεν θα βγεις για παιχνίδι». Αντί γι’ αυτό, μπορούν να πουν: «όταν τελειώσεις τα μαθήματά σου, μπορείς να πας για παιχνίδι».
–  Να θυμούνται να ενισχύουν την προσπάθεια που κάνει το παιδί.

Για να επιτευχθούν τα προηγούμενα και να ενισχυθεί η ικανότητα μελέτης είναι απαραίτητα δυο ακόμη στοιχεία: μια σωστή και ισορροπημένη διατροφή (τρίωρα γεύματα, τριάδες γευμάτων ενδεικτικά: α) ζωική (όπως, κοτόπουλο, γάλα, γιαούρτι), β) αμυλώδη (δημητριακά, πατάτα, ξηροί καρποί) και γ) φρέσκια (φρούτο, χυμός) τροφή] και επαρκής ύπνος (περίπου 8 ώρες).

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ